Εισαγωγή
Η μεταβίβαση ακινήτου που συνδέεται με τη δασική νομοθεσία δεν διέπεται από ενιαίους κανόνες. Οι απαιτούμενες διατυπώσεις και τα δικαιολογητικά διαφοροποιούνται ανάλογα με τον χαρακτηρισμό της έκτασης στον κυρωμένο δασικό χάρτη, το είδος της δασικής ιδιοκτησίας, την ενδεχόμενη καταστροφή της από πυρκαγιά, το αν η δικαιοπραξία συνεπάγεται κατάτμηση, καθώς και το αν το Δημόσιο έχει προβάλλει δικαιώματα κυριότητας ή άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του ακινήτου.
Για τον λόγο αυτό, πριν από τη σύνταξη οποιασδήποτε συμβολαιογραφικής πράξης είναι αναγκαίο να ελεγχθεί η ακριβής νομική και πραγματική κατάσταση του ακινήτου και να συγκεντρωθούν τα ειδικά δικαιολογητικά που απαιτεί η εφαρμοστέα νομοθεσία.
Ο χαρακτηρισμός στον κυρωμένο δασικό χάρτη
Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξετάζεται είναι εάν στην περιοχή του ακινήτου έχει κυρωθεί δασικός χάρτης και, σε καταφατική περίπτωση, ποιος είναι ο χαρακτηρισμός της συγκεκριμένης έκτασης.
Κατά το άρθρο 20 παρ. 4 και 5 του ν. 3889/2010, μετά την κύρωση του δασικού χάρτη κάθε μεταβίβαση, σύσταση, αλλοίωση ή γενικά μεταβολή εμπράγματου δικαιώματος, η οποία πραγματοποιείται με δικαιοπραξία εν ζωή, εξαιρουμένων των δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας, είναι άκυρη και ανίσχυρη εάν δεν συνοδεύεται από το προβλεπόμενο δικαιολογητικό της αρμόδιας Διεύθυνσης Δασών ή από την αντίστοιχη δήλωση μηχανικού, ανάλογα με τον χαρακτηρισμό της έκτασης.
Επομένως, ο χαρακτηρισμός του ακινήτου στον κυρωμένο δασικό χάρτη καθορίζει εάν απαιτείται πιστοποιητικό της αρμόδιας Διεύθυνσης Δασών, απόφαση αποδοχής αντιρρήσεων συνοδευόμενη από τοπογραφικό διάγραμμα ή υπεύθυνη δήλωση αρμόδιου μηχανικού.
Ακίνητο που χαρακτηρίζεται ως δασική έκταση
Εάν το ακίνητο εμφανίζεται στον κυρωμένο δασικό χάρτη ως δασική εν γένει έκταση, για τη μεταβίβασή του απαιτείται πιστοποιητικό της αρμόδιας Διεύθυνσης Δασών. Με το πιστοποιητικό αυτό βεβαιώνεται ο χαρακτήρας της έκτασης, όπως προκύπτει από τον κυρωμένο δασικό χάρτη.
Ο συμβολαιογράφος οφείλει να προσαρτήσει το πιστοποιητικό στη συμβολαιογραφική πράξη και να μνημονεύσει το περιεχόμενό του στο συμβόλαιο. Η τήρηση της διαδικασίας αυτής αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εγγραφή ή τη μεταγραφή της πράξης στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο.
Χωρίς την προσκόμιση και προσάρτηση του πιστοποιητικού, καθώς και χωρίς τη σχετική μνεία στο συμβόλαιο, δεν είναι δυνατή η ολοκλήρωση της εγγραφής της δικαιοπραξίας στο Κτηματολόγιο.
Έκταση για την οποία έγιναν δεκτές αντιρρήσεις
Εάν το ακίνητο είχε περιληφθεί στην ανάρτηση του δασικού χάρτη, αλλά οι αντιρρήσεις του ενδιαφερομένου έγιναν δεκτές, το πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών αντικαθίσταται από ειδικά δικαιολογητικά.
Στην περίπτωση αυτή, στη συμβολαιογραφική πράξη πρέπει να προσαρτάται αντίγραφο της απόφασης με την οποία έγιναν δεκτές οι αντιρρήσεις, στο οποίο αναγράφεται ο Αριθμός Διαδικτυακής Ανάρτησης (ΑΔΑ). Απαιτείται επίσης τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένων συντεταγμένων στο Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς 1987 (ΕΓΣΑ ’87).
Στο τοπογραφικό διάγραμμα ο συντάκτης μηχανικός πρέπει να βεβαιώνει ότι το ακίνητο που πρόκειται να μεταβιβαστεί ταυτίζεται με την έκταση για την οποία έγιναν δεκτές οι αντιρρήσεις. Η ταυτοποίηση αυτή είναι κρίσιμη, διότι πρέπει να προκύπτει με σαφήνεια ότι η απόφαση επί των αντιρρήσεων αφορά το ίδιο ακίνητο που περιγράφεται στη μεταβιβαστική πράξη.
Στο σχετικό φύλλο ελέγχου του Κτηματολογίου αναφέρεται, ως νομική βάση, το άρθρο 48 παρ. 8α του ν. 4685/2020 και ως απαιτούμενα δικαιολογητικά το αντίγραφο της απόφασης και το τοπογραφικό διάγραμμα.
Ακίνητο που δεν χαρακτηρίζεται ως δασικό
Όταν η έκταση δεν περιλαμβάνεται στον κυρωμένο δασικό χάρτη στις δασικές εν γένει εκτάσεις, δεν απαιτείται η έκδοση πιστοποιητικού από τη Διεύθυνση Δασών.
Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 20 παρ. 5 του ν. 3889/2010 και απαιτείται υπεύθυνη δήλωση του αρμόδιου μηχανικού. Η δήλωση συντάσσεται επάνω στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει τη συμβολαιογραφική πράξη.
Εφόσον, από τις ισχύουσες διατάξεις, δεν απαιτείται η σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, η δήλωση του μηχανικού τίθεται σε απόσπασμα του δασικού χάρτη, στο οποίο απεικονίζεται το ακίνητο και αναγράφονται οι συντεταγμένες των κορυφών του.
Με την υπεύθυνη δήλωση ο μηχανικός βεβαιώνει ότι:
«Το συγκεκριμένο ακίνητο δεν εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας».
Η δήλωση πρέπει να μνημονεύεται στο συμβόλαιο. Η τήρηση της σχετικής διαδικασίας αποτελεί προϋπόθεση για την εγγραφή ή τη μεταγραφή της συμβολαιογραφικής πράξης στο Κτηματολόγιο.
Ιδιωτικό δάσος ή ιδιωτική δασική έκταση – Πιστοποιητικό ακαΐας
Όταν το ακίνητο αποτελεί ιδιωτικό δάσος ή ιδιωτική δασική έκταση, δεν αρκεί ο έλεγχος του κυρωμένου δασικού χάρτη. Πρέπει να εξετάζεται επιπλέον εάν η έκταση έχει καταστραφεί, ολικά ή μερικά, από πυρκαγιά.
Για τον σκοπό αυτό εφαρμόζεται το άρθρο 35 του ν. 998/1979, το οποίο προβλέπει την προσκόμιση πιστοποιητικού ακαΐας. Το πιστοποιητικό εκδίδεται από την αρμόδια δασική αρχή και αφορά το εάν το μεταβιβαζόμενο ιδιωτικό δάσος ή η ιδιωτική δασική έκταση έχει καταστραφεί από πυρκαγιά μετά την 11η Ιουνίου 1975.
Στο ζήτημα αυτό παραπέμπει και η υπ’ αριθ. 87688/1916/29 Ιουνίου–4 Αυγούστου 1987 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β΄ 395. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, ο αρμόδιος δασάρχης βεβαιώνει εάν η έκταση έχει υποστεί ολική ή μερική καταστροφή από πυρκαγιά.
Εάν διαπιστωθεί ότι έχει σημειωθεί πυρκαγιά, το πιστοποιητικό πρέπει να συνοδεύεται από σχεδιάγραμμα, στο οποίο αποτυπώνεται το τμήμα της έκτασης που καταστράφηκε, καθώς και η ημερομηνία της καταστροφής.
Μεταβίβαση καμένου ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης
Το άρθρο 35 του ν. 998/1979 θεσπίζει ειδικούς περιορισμούς για τα ιδιωτικά δάση και τις ιδιωτικές δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν από πυρκαγιά μετά την 11η Ιουνίου 1975.
Ειδικότερα, για χρονικό διάστημα τριάντα ετών από την καταστροφή, η έκταση δεν μπορεί να μεταβιβαστεί κατά τμήματα ούτε με τη μεταβίβαση ιδανικών μεριδίων. Επιτρέπεται, όμως, η μεταβίβαση ολόκληρου του ιδιωτικού δάσους ή ολόκληρης της δασικής έκτασης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πραγματοποιείται κατάτμηση.
Η υπ’ αριθ. 87688/1916/1987 υπουργική απόφαση διευκρινίζει ότι η μεταβίβαση είναι επιτρεπτή όταν αφορά το σύνολο της έκτασης, ενώ δεν είναι επιτρεπτή όταν αφορά τμήμα αυτής ή ιδανικό μερίδιο επί της καμένης έκτασης.
Το πιστοποιητικό της αρμόδιας δασικής αρχής πρέπει να προσαρτάται στη συμβολαιογραφική πράξη. Χωρίς την προσκόμισή του, η δικαιοπραξία είναι άκυρη κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 35 του ν. 998/1979.
Εφαρμογή των περιορισμών και στα προσύμφωνα
Οι περιορισμοί του άρθρου 35 του ν. 998/1979 δεν αφορούν μόνο το οριστικό συμβόλαιο. Εφαρμόζονται και στα προσύμφωνα μεταβίβασης ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων.
Η διάταξη ορίζει ρητά ότι οι σχετικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται και στα προσύμφωνα μεταβίβασης. Κατά συνέπεια, οι προβλεπόμενες διατυπώσεις πρέπει να τηρούνται ήδη κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου και όχι μόνο κατά τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου.
Κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν η μεταβίβαση έχει ως αποτέλεσμα την κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας. Για το ζήτημα αυτό εφαρμόζεται το άρθρο 60 παρ. 1 του ν.δ. 86/1969.
Η διάταξη απαγορεύει την κατάτμηση της δασικής ιδιοκτησίας χωρίς προηγούμενη άδεια του αρμόδιου Υπουργού. Η απαγόρευση καταλαμβάνει την κατάτμηση που πραγματοποιείται είτε με διανομή μεταξύ εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή κατόχων είτε με πώληση ή οποιαδήποτε άλλη δικαιοπραξία.
Η απαιτούμενη άδεια πρέπει να προσαρτάται στη συμβολαιογραφική πράξη και να μνημονεύεται στο περιεχόμενό της. Η δικαιοπραξία που καταρτίζεται χωρίς την προηγούμενη άδεια είναι απολύτως άκυρη.
Η ίδια ρύθμιση εφαρμόζεται αναλόγως και σε δημόσια δάση, όταν τρίτοι ασκούν επί αυτών περιορισμένα εμπράγματα δικαιώματα, όπως δικαιώματα δουλείας, ρητινοσυλλογής ή βοσκής.
Περιπτώσεις που δεν θεωρούνται κατάτμηση
Το άρθρο 60 παρ. 3 του ν.δ. 86/1969 προσδιορίζει ορισμένες περιπτώσεις οι οποίες δεν θεωρούνται κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας.
Δεν συνιστά κατάτμηση η μεταβίβαση αυτοτελών ιδιωτικών δασοτεμαχίων που δεν συνορεύουν μεταξύ τους. Επίσης, δεν θεωρείται κατάτμηση η μεταβίβαση ιδανικού εξ αδιαιρέτου μεριδίου ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης.
Στην ίδια κατηγορία υπάγονται η κατασκευή δρόμων, αντιπυρικών ζωνών και λοιπών τεχνικών έργων μέσα σε δάση και δασικές εκτάσεις, καθώς και οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται νόμιμα.
Δεν αποτελεί, επίσης, παράνομη κατάτμηση η μεταβίβαση των αγροτικών εκτάσεων ενός ενιαίου κτήματος, το οποίο περιλαμβάνει και δασικές εκτάσεις. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το εάν τα τμήματα που προκύπτουν είναι άρτια και οικοδομήσιμα.
Δήλωση σχετικά με τυχόν δικαιώματα του Δημοσίου
Για τη μεταβίβαση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος επί δάσους ή δασικής έκτασης εφαρμόζεται επιπλέον το άρθρο 280 παρ. 3 του ν.δ. 86/1969.
Ο μεταβιβάζων υποχρεούται να προσκομίσει στον συμβολαιογράφο δήλωση σχετικά με το εάν το Δημόσιο έχει διεκδικήσει ή αμφισβητήσει την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί της συγκεκριμένης έκτασης.
Στη δήλωση πρέπει να αναφέρεται είτε ότι το Δημόσιο ουδέποτε διεκδίκησε κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου είτε ότι, σε περίπτωση προηγούμενης διεκδίκησης ή αμφισβήτησης, το δικαίωμα του μεταβιβάζοντος έχει κριθεί έναντι του Δημοσίου με απόφαση της Διοίκησης ή με οριστική και τελεσίδικη απόφαση των τακτικών δικαστηρίων.
Η υποχρέωση αυτή ισχύει τόσο για το οριστικό συμβόλαιο όσο και για τυχόν προσύμφωνο. Ο συμβολαιογράφος οφείλει να μνημονεύσει τη δήλωση στο κείμενο της πράξης.
Συνέπειες ύπαρξης διεκδίκησης από το Δημόσιο
Εάν από τη δήλωση του μεταβιβάζοντος προκύπτει ότι το Δημόσιο έχει προβάλλει διεκδίκηση ή αμφισβήτηση επί της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, ο συμβολαιογράφος οφείλει να απέχει από τη σύνταξη του συμβολαίου.
Η σύνταξη της πράξης είναι δυνατή μόνο εφόσον προκύπτει είτε ότι δεν υπήρξε ποτέ διεκδίκηση από το Δημόσιο είτε ότι η προηγούμενη διεκδίκηση έχει κριθεί με απόφαση της Διοίκησης ή με οριστική και τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Έλεγχος από το Κτηματολόγιο
Κατά την εγγραφή αγοραπωλησίας ή άλλης μεταβιβαστικής πράξης, το Κτηματολόγιο ελέγχει, κατά περίπτωση, την τήρηση των βασικών απαιτήσεων της δασικής νομοθεσίας.
Σε ακίνητο που βρίσκεται σε περιοχή με κυρωμένο δασικό χάρτη ελέγχεται το κατάλληλο δικαιολογητικό ανάλογα με τον χαρακτηρισμό της έκτασης. Μπορεί να απαιτείται πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών, απόφαση αποδοχής αντιρρήσεων μαζί με τοπογραφικό διάγραμμα ή υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού.
Εάν πρόκειται για ιδιωτικό δάσος ή ιδιωτική δασική έκταση, ελέγχεται επιπλέον το πιστοποιητικό ακαΐας. Σε περίπτωση κατάτμησης ελέγχεται η προηγούμενη άδεια του άρθρου 60 του ν.δ. 86/1969. Τέλος, όταν μεταβιβάζεται δάσος ή δασική έκταση, ελέγχεται και η δήλωση του μεταβιβάζοντος κατά το άρθρο 280 παρ. 3 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος.
Γονική παροχή και δωρεά εν ζωή
Η γονική παροχή αποτελεί δικαιοπραξία εν ζωή και, ως εκ τούτου, υπάγεται στους ειδικούς ελέγχους που προβλέπει η δασική νομοθεσία.
Ανάλογα με τον χαρακτηρισμό του ακινήτου, απαιτείται το πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών, η απόφαση αποδοχής των αντιρρήσεων με το αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα ή η υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού.
Εάν το αντικείμενο της γονικής παροχής είναι ιδιωτικό δάσος ή ιδιωτική δασική έκταση, απαιτείται επιπλέον πιστοποιητικό ακαΐας. Εάν η πράξη συνεπάγεται κατάτμηση, εφαρμόζεται το άρθρο 60 του ν.δ. 86/1969. Παράλληλα, για τη μεταβίβαση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πρέπει να προσκομίζεται και η δήλωση του άρθρου 280 παρ. 3 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος.
Οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται και στη δωρεά εν ζωή. Το άρθρο 280 παρ. 3 του ν.δ. 86/1969 αναφέρεται ρητά σε μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται με πώληση, δωρεά ή άλλη δικαιοπραξία εν ζωή.
Ανταλλαγή δασικού ακινήτου
Η ανταλλαγή αποτελεί αυτοτελή κατηγορία εγγραπτέας πράξης και υπάγεται στους αντίστοιχους ελέγχους της δασικής νομοθεσίας.
Συνεπώς, πρέπει να ελέγχεται ο χαρακτηρισμός του ακινήτου στον κυρωμένο δασικό χάρτη και να προσκομίζεται το αντίστοιχο δικαιολογητικό. Για ιδιωτικό δάσος ή δασική έκταση απαιτείται πιστοποιητικό ακαΐας, ενώ σε περίπτωση κατάτμησης απαιτείται η άδεια του άρθρου 60 του ν.δ. 86/1969.
Παράλληλα, ο μεταβιβάζων οφείλει να προσκομίσει τη δήλωση σχετικά με τυχόν δικαιώματα ή διεκδικήσεις του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 280 παρ. 3 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος.
Σύσταση και τροποποίηση οριζόντιας ιδιοκτησίας
Κατά τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας εξετάζεται ο χαρακτηρισμός της έκτασης στον κυρωμένο δασικό χάρτη.
Εάν πρόκειται για δασική εν γένει έκταση, απαιτείται πιστοποιητικό της αρμόδιας Διεύθυνσης Δασών. Εάν έχουν γίνει δεκτές αντιρρήσεις, απαιτείται η σχετική απόφαση με τον ΑΔΑ και το προβλεπόμενο τοπογραφικό διάγραμμα. Για έκταση που δεν εμπίπτει στις δασικές εν γένει εκτάσεις απαιτείται υπεύθυνη δήλωση του αρμόδιου μηχανικού.
Στο ειδικό φύλλο ελέγχου για τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν περιλαμβάνονται, κατά κανόνα, τα πρόσθετα δικαιολογητικά που αφορούν το πιστοποιητικό ακαΐας, την άδεια κατάτμησης και τη δήλωση περί δικαιωμάτων του Δημοσίου. Τα δικαιολογητικά αυτά συνδέονται με τις ειδικότερες προϋποθέσεις των μεταβιβαστικών πράξεων και απαιτούνται όταν συντρέχουν οι αντίστοιχες προϋποθέσεις.
Κατά την τροποποίηση σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας εφαρμόζεται επίσης ο έλεγχος του άρθρου 20 παρ. 4 και 5 του ν. 3889/2010. Ανάλογα με τον χαρακτηρισμό της έκτασης, απαιτείται πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών, απόφαση αποδοχής αντιρρήσεων συνοδευόμενη από τοπογραφικό διάγραμμα ή υπεύθυνη δήλωση μηχανικού.
Η δήλωση του μηχανικού πρέπει να μνημονεύεται στη συμβολαιογραφική πράξη. Χωρίς την τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 20 του ν. 3889/2010 δεν επιτρέπεται η εγγραφή ή η μεταγραφή της πράξης στο Κτηματολόγιο.
Αποδοχή κληρονομίας
Η αποδοχή κληρονομίας διαφοροποιείται από τις δικαιοπραξίες εν ζωή. Το άρθρο 20 παρ. 4 και 5 του ν. 3889/2010 εξαιρεί ρητά τις δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας από τις απαιτήσεις που ισχύουν για τις μεταβιβάσεις εν ζωή.
Κατά συνέπεια, οι ειδικές υποχρεώσεις που αφορούν το πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών, την απόφαση αποδοχής αντιρρήσεων ή την υπεύθυνη δήλωση μηχανικού δεν εφαρμόζονται στην αποδοχή κληρονομίας με βάση το συγκεκριμένο άρθρο.
Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνεται και στα σχετικά φύλλα ελέγχου, όπου για την αποδοχή κληρονομίας προβλέπονται, μεταξύ άλλων, η ληξιαρχική πράξη θανάτου, το πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ και το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, χωρίς να προβλέπεται αυτοτελής ενότητα για τον έλεγχο της δασικής νομοθεσίας.
Ποινικές συνέπειες από την παράβαση των διατυπώσεων
Η δασική νομοθεσία προβλέπει όχι μόνο ακυρότητα της δικαιοπραξίας, αλλά και ποινικές συνέπειες σε ορισμένες περιπτώσεις.
Το άρθρο 35 του ν. 998/1979 προβλέπει κυρώσεις για τον συμβολαιογράφο που συντάσσει πράξη μεταβίβασης ή προσύμφωνο ιδιωτικού δάσους ή ιδιωτικής δασικής έκτασης χωρίς την τήρηση των απαιτούμενων διατυπώσεων. Οι κυρώσεις καταλαμβάνουν, κατά τα προβλεπόμενα στη διάταξη, και τους συμβαλλομένους και τους πληρεξουσίους τους.
Αντίστοιχα, το άρθρο 280 παρ. 3 του ν.δ. 86/1969 προβλέπει ποινικές συνέπειες όταν συντάσσεται μεταβιβαστική πράξη επί δάσους ή δασικής έκτασης χωρίς να τηρηθούν οι απαιτήσεις της διάταξης, ιδίως ως προς τη δήλωση για τυχόν διεκδίκηση του Δημοσίου.
Συμπέρασμα
Πριν από τη σύνταξη συμβολαίου για ακίνητο που ενδέχεται να υπάγεται στη δασική νομοθεσία πρέπει να έχουν ελεγχθεί, ιδίως, ο χαρακτηρισμός του ακινήτου στον κυρωμένο δασικό χάρτη, η τυχόν υποβολή και αποδοχή αντιρρήσεων, η φύση της έκτασης ως ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης, η ενδεχόμενη καταστροφή από πυρκαγιά και ο χρόνος αυτής, καθώς και το εάν η σχεδιαζόμενη πράξη συνεπάγεται κατάτμηση.
Πρέπει επίσης να εξετάζεται εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που ο νόμος εξαιρεί από την έννοια της κατάτμησης και εάν το Δημόσιο έχει προβάλλει δικαιώματα κυριότητας ή άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί της έκτασης.
Ανάλογα με τα αποτελέσματα του ελέγχου, μπορεί να απαιτούνται πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών, απόφαση αποδοχής αντιρρήσεων με τοπογραφικό διάγραμμα, υπεύθυνη δήλωση μηχανικού, πιστοποιητικό ακαΐας, προηγούμενη άδεια για την κατάτμηση ή δήλωση του μεταβιβάζοντος σχετικά με τυχόν διεκδίκηση του Δημοσίου.
Η συγκέντρωση και η ορθή προσάρτηση των δικαιολογητικών δεν αποτελεί απλή τυπική διαδικασία. Σε αρκετές περιπτώσεις συνιστά προϋπόθεση κύρους της δικαιοπραξίας και εγγραφής της στο Κτηματολόγιο, ενώ η παράλειψη των απαιτούμενων διατυπώσεων μπορεί να επιφέρει ακυρότητα της πράξης και, κατά περίπτωση, ποινικές συνέπειες.