Η απόλυση στο ελληνικό εργατικό δίκαιο δεν είναι ελεύθερη πράξη του εργοδότη.
Το βασικό καθεστώς έχει ως εξής:
Λήξη σύμβασης ορισμένου και αορίστου χρόνου
Η σύμβαση ορισμένου χρόνου παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο συμφωνημένος χρόνος. Αντίθετα, η σύμβαση αορίστου χρόνου λύεται με καταγγελία από οποιοδήποτε μέρος .
Το άρθρο 323 του «ΠΔ 62/2025 Κώδικας Εργατικού Δικαίου» ορίζει επίσης, ως γενικό κανόνα, ότι αν δεν υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση από νόμο ή σύμβαση, η καταγγελία πρέπει να γίνει 15 ημέρες πριν και επιφέρει τη λύση μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, ενώ δεν επιτρέπεται να συμφωνηθεί υπέρ του εργοδότη συντομότερη προθεσμία από τη νόμιμη .
Ειδικό καθεστώς για ιδιωτικούς υπαλλήλους αορίστου χρόνου
Για ιδιωτικούς υπαλλήλους με σχέση αορίστου χρόνου, το «Άρθρον 1. [Απόλυση ιδιωτικού υπαλλήλου]» του «Ν 2112/1920 Περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων» προβλέπει ότι η καταγγελία δεν γίνεται χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση, όταν η υπηρεσία υπερβαίνει τους 12 μήνες.
Οι προθεσμίες προειδοποίησης είναι:
- 1 μήνας για υπηρεσία από 12 μήνες έως 2 έτη,
- 2 μήνες από 2 έως 5 έτη,
- 3 μήνες από 5 έως 10 έτη,
- 4 μήνες από 10 έτη και άνω.
Αν ο εργοδότης προειδοποιήσει εγγράφως σύμφωνα με τα παραπάνω, καταβάλλει το ήμισυ της αποζημίωσης απόλυσης που αντιστοιχεί σε καταγγελία χωρίς προειδοποίηση.
Η έγγραφη μορφή είναι κρίσιμο στοιχείο
Από τα ανακτηθέντα έγγραφα προκύπτει ότι η έγγραφη καταγγελία αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση του καθεστώτος απόλυσης ιδιωτικού υπαλλήλου. Το παλαιότερο κείμενο του «Ν 4558/1930 Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του νόμου 2112 “περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων”» δείχνει την ιστορική εξέλιξη του θεσμού της έγγραφης προειδοποίησης , αλλά για το ισχύον καθεστώς ως προς τις προθεσμίες προειδοποίησης των ιδιωτικών υπαλλήλων προκύπτει ειδικότερα η ρύθμιση του Ν 2112/1920 όπως έχει ανακτηθεί.
Πότε η απόλυση είναι άκυρη
Το «Άρθρο 350. Προστασία από τις απολύσεις» του «ΠΔ 62/2025 Κώδικας Εργατικού Δικαίου», που ισχύει από 17.10.2025, προβλέπει ότι η καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη όταν:
- οφείλεται σε δυσμενή διάκριση ή εκδικητικότητα για λόγους όπως φύλο, φυλή, θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, εθνική καταγωγή, σεξουαλικός προσανατολισμός, ηλικία, ταυτότητα φύλου, αναπηρία ή συνδικαλιστική συμμετοχή,
- γίνεται ως αντίδραση στην άσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζομένου,
- ή αντίκειται σε ειδική διάταξη νόμου .
Η ίδια διάταξη απαριθμεί ειδικές περιπτώσεις προστασίας, όπως απολύσεις που συνδέονται με εγκυμοσύνη και λοχεία, άδειες, άδεια αναψυχής, στρατευμένους, συνδικαλιστικά στελέχη, μη αποδοχή μερικής απασχόλησης ή εκ περιτροπής εργασίας, μη συναίνεση σε διευθέτηση χρόνου εργασίας, άσκηση δικαιώματος αποσύνδεσης κ.ά. .
Ειδική προστασία για άρνηση υπερωρίας
Από 17.10.2025 προστέθηκε ρητά και η προστασία του εργαζομένου που αρνείται την παροχή υπερωριακής απασχόλησης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 194 του «ΠΔ 62/2025 Κώδικας Εργατικού Δικαίου» .
Η σχέση αυτή επιβεβαιώνεται και από τα ανακτηθέντα συνδετικά στοιχεία: το άρθρο 16 του Ν 5239/2025 προσθέτει την αντίστοιχη υποπερίπτωση στο άρθρο 350 του Κώδικα .
Βάρος απόδειξης υπέρ του εργαζομένου σε προστατευόμενες περιπτώσεις
Αν ο εργαζόμενος επικαλεστεί και αποδείξει πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για απαγορευμένο λόγο, τότε ο εργοδότης φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον λόγο αυτό.
Επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει να του γνωστοποιηθούν εγγράφως και τεκμηριωμένα οι λόγοι της απόλυσης .
Ειδικά καθεστώτα
Υπάρχουν και ειδικότερες ρυθμίσεις για ορισμένους φορείς ή κατηγορίες προσωπικού. Π.χ. το «Άρθρο 19ο. Καταγγελία σύμβασης» της «ΥΑ ΓΓΑ/362/2024 Έγκριση Κανονισμού Οργάνωσης, Διοίκησης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Ομοσπονδίας Ποδηλασίας» προβλέπει ότι η καταγγελία γίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και κατά τις προϋποθέσεις της εργατικής νομοθεσίας . Αυτό όμως είναι ειδικό οργανωτικό καθεστώς και δεν αποτελεί τον γενικό κανόνα για όλες τις εργασιακές σχέσεις .