Πώληση με παρακράτηση της κυριότητος

Περιεχόμενα

Στην πώληση με όρο διατήρησης της κυριότητας ο πωλητής αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα και τη νομή του πράγματος με την αναβλητική (ή διαλυτική) αίρεση της εμπρόθεσμης (ή μη) αποπληρωμής του τιμήματος . Με τη ρήτρα αυτή, ο μεν πωλητής εξασφαλίζεται σε περίπτωση που ο αγοραστής δεν καταβάλει όλο ή μέρος του τιμήματος που έχει πιστωθεί από τον πωλητή, ενώ ο αγοραστής μπορεί να απολαύσει τη χρήση του πράγματος . Στις συμβάσεις πώλησης καταναλωτικών αγαθών, ο όρος χρησιμοποιείται συχνά στις πωλήσεις οχημάτων Ι.Χ. Στις επαγγελματικές συναλλαγές, συνήθως συμφωνείται η επιφύλαξη κυριότητας επί μηχανημάτων, οχημάτων δημόσιας χρήσης κτλ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 383, 389 παρ. 2, 455, 458, 460, 462, 470, 532 παρ. 1, 976, 977, 1034, 1035, 1094 και 1095 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Αν στην πώληση κινητού έχει τεθεί ο όρος ότι ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα ωσότου το τίμημα, που εν όλω ή εν μέρει πιστώνεται, αποπληρωθεί, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι η μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή επέρχεται μόλις πληρωθεί η αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος και ότι, σε περίπτωση υπερημερίας του αγοραστή ως οφειλέτη, εν όλω ή εν μέρει, καταβολής του τιμήματος, ο πωλητής, που κατ’ αρχήν παραμένει όχι μόνο κύριος αλλά και νομέας του κινητού, έχει δικαίωμα α) είτε να απαιτήσει το τίμημα, η είσπραξη ταυ οποίου, σημειωτέον, θα επιφέρει τη μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, β) είτε, αφού πρώτα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση της πωλήσεως, να ασκήσει τα δικαιώματά του από την κυριότητα (και τη νομή) και ιδίως να ασκήσει διεκδικητική ως προς το κινητό αγωγή κατά του αγοραστή, που είναι ο κάτοχος του κινητού και που δεν μπορεί πια να αρνηθεί την απόδοση αυτού με την από το άρθρο 1095 ΑΚ ένσταση, γ) είτε να ασκήσει τα από τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας οφειλέτη από αμφοτεροβαρή σύμβαση οικεία ενοχικά δικαιώματα και ιδίως, αφού πρώτα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πωλήσεως, να ασκήσει κατά του αγοραστή αγωγή για απόδοση του κινητού κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (βλ. ΑΠ Ολ 22/1987).

Υποστηρίζεται και η αντίθετη άποψη  ότι η διάταξη του άρ. 532 ΑΚ , σε περίπτωση υπερημερίας του αγοραστή, παρέχει στον πωλητή περισσότερες επιλεκτικές αξιώσεις, έτσι ώστε μόνη η εκπλήρωση της μιας να επιφέρει απόσβεση και των λοιπών. Άρα, η επιδίωξη του τιμήματος δεν αποκλείει τη μεταγενέστερη υπαναχώρηση, διότι το δικαίωμα υπαναχώρησης αποσβένεται μόνο με την είσπραξη του τιμήματος. Αντίθετα, όμως, η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης αποκλείει τη μεταγενέστερη επιδίωξη του τιμήματος, διότι με μόνη τη δήλωση υπαναχώρησης επέρχεται η εξαρχής διάλυση της σύμβασης και γι’ αυτό δεν οφείλεται πλέον τίμημα. (ΑΠ 495/2017).

Σε περίπτωση,  περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος από τον αγοραστή ο τελευταίος συμπεριφέρεται ως κύριος και συνεπώς τελεί υπεξαίρεση. Aν όμως ο αγοραστής μεταβιβάσει μόνο το δικαίωμα προσδοκίας ενεργεί ως δικαιούχος και δεν ιδιοποιείται το πράγμα. Ομοίως, αν ο πωλητής μετά την υπερημερία του αγοραστή απαιτήσει το οφειλόμενο τίμημα και εισπράξει χωρίς επιφύλαξη έστω και μέρος αυτού, δεν δύναται ύστερα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να ασκήσει τα δικαιώματά του από την κυριότητα, διότι θεωρείται ότι παραιτήθηκε σιωπηρά από το δικαίωμα της αφαιρέσεως του πωληθέντος πράγματος και από την κυριότητα επ’ αυτού, οπότε ο αγοραστής καθίσταται κύριος.

AΠ 564/1978, NοB 27, σελ. 391, AΠ 1136/2000, EλλΔνη 2001/1350, AΠ 1783/2002, ΠοινΛογ 2002/2246, AΠ 920/2002, ΠοινΛογ 2002/1043, AΠ 481/2000, ΠX N/933.

 ΠλημμΗλείας 75/1986, ΠX ΛΣT/405.

 ΕφΑθ 4281/2003, ΠοινΔικ 2003/1291, ΑΠ 1783/2002, ΠοινΛογ 2002/2246 = ΠοινΔικ 2003/26 με παρατ. Γ. Νούσκαλη, ΑΠ 920/2002, ΠοινΛογ 2002/1043, ΑΠ 1848/2000, ΠΧ ΝΑ/814.