Παράβαση καθήκοντος

Περιεχόμενα

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικότερες διατάξεις του κεφαλαίου των εγκλημάτων που στρέφονται κατά της υπηρεσίας. Η λειτουργία του συνδέεται άμεσα με την ανάγκη προστασίας της νομιμότητας, της αμεροληψίας και της ορθής άσκησης της δημόσιας εξουσίας. Η ποινική απαξία της πράξης δεν εξαντλείται στην απλή παραβίαση μιας υπηρεσιακής υποχρέωσης, αλλά προϋποθέτει τη συνδρομή συγκεκριμένων στοιχείων, τα οποία περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής της διάταξης και αποκλείουν την ποινικοποίηση κάθε υπηρεσιακής πλημμέλειας.

Η διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ λειτουργεί, επομένως, ως ποινικός κανόνας προστασίας της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας. Η εφαρμογή της απαιτεί προσεκτική διάκριση μεταξύ της ποινικά αξιόλογης υπηρεσιακής παράβασης και της απλής πειθαρχικής ή διοικητικής παρατυπίας.

Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο

Κατά το άρθρο 259 ΠΚ:

«Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη».

Η ισχύουσα διάταξη θεσπίστηκε με τον νέο Ποινικό Κώδικα, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2019. Η βασική περιγραφή της αξιόποινης συμπεριφοράς παρέμεινε ουσιαστικά ίδια με εκείνη της προϊσχύσασας διάταξης, μεταβλήθηκε όμως το απειλούμενο πλαίσιο ποινής, καθώς προβλέπεται πλέον διαζευκτικά φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή.

Η συγκεκριμένη μεταβολή έχει σημασία ιδίως για πράξεις που τελέστηκαν υπό την ισχύ του προγενέστερου Ποινικού Κώδικα, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την αρχή της εφαρμογής του ευμενέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, εφαρμόζεται η ρύθμιση που οδηγεί στη δυσμενέστερη ή ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, κατόπιν συνολικής σύγκρισης των σχετικών διατάξεων. Το ζήτημα αυτό αναδεικνύεται και στην ΑΠ 232/2020.

Η διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ έχει επικουρικό χαρακτήρα, όπως προκύπτει από τη ρητή επιφύλαξη «αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη». Συνεπώς, όταν η ίδια συμπεριφορά υπάγεται σε ειδικότερη και βαρύτερη ποινική διάταξη, εφαρμόζεται η ειδική διάταξη και όχι το άρθρο 259 ΠΚ. Η επικουρικότητα δεν σημαίνει ότι η παράβαση καθήκοντος στερείται αυτοτελούς περιεχομένου, αλλά ότι υποχωρεί έναντι άλλης διάταξης όταν αυτή καλύπτει πληρέστερα και ειδικότερα την εγκληματική συμπεριφορά.

Το προστατευόμενο έννομο αγαθό

Το άρθρο 259 ΠΚ προστατεύει το γενικότερο συμφέρον της ομαλής, νόμιμης και απρόσκοπτης διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας. Η προστασία αυτή δεν αφορά αποκλειστικά την εσωτερική λειτουργία μιας υπηρεσίας, ούτε περιορίζεται στην τήρηση της υπηρεσιακής πειθαρχίας. Αφορά κυρίως την ορθή άσκηση της δημόσιας εξουσίας στις σχέσεις της διοίκησης με τους πολίτες και τους λοιπούς φορείς.

Η ποινική προστασία αποβλέπει στη διασφάλιση ότι ο υπάλληλος θα ενεργεί μέσα στα όρια της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με τον νόμο και τον υπηρεσιακό σκοπό που του έχει ανατεθεί, χωρίς να χρησιμοποιεί την υπηρεσιακή του θέση για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών επιδιώξεων ή για την πρόκληση βλάβης στο Δημόσιο ή σε τρίτους.

Η ΑΠ 1019/2011 έχει επισημάνει ότι το έννομο αγαθό της διάταξης συνδέεται με τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της Πολιτείας και της κοινωνίας που αυτές έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν, με χρηστότητα και καθαρότητα.

Ο δράστης: η έννοια του υπαλλήλου

Η παράβαση καθήκοντος είναι ιδιαίτερο έγκλημα, δηλαδή έγκλημα του οποίου αυτουργός μπορεί να είναι μόνον πρόσωπο που διαθέτει συγκεκριμένη ιδιότητα. Η ιδιότητα αυτή είναι η ιδιότητα του υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχείο α΄ ΠΚ.

Υπάλληλος θεωρείται εκείνος στον οποίο έχει ανατεθεί νόμιμα, έστω και προσωρινά, η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας ή υπηρεσίας άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Δεν απαιτείται, επομένως, μόνιμη ή οργανική υπαλληλική σχέση. Αρκεί η νόμιμη ανάθεση άσκησης συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας.

Η νομολογία δέχεται ότι η υπαλληλική ιδιότητα μπορεί να συντρέχει και σε πρόσωπα που ασκούν προσωρινά ή επικουρικά υπηρεσιακά καθήκοντα, εφόσον τα καθήκοντα αυτά είναι λειτουργικά συνυφασμένα με τη δημόσια υπηρεσία. Η ΑΠ 605/2016 δέχθηκε ότι δεν απαιτείται η ιδιότητα του υπαλλήλου να είναι διαρκής, αλλά αρκεί και προσωρινή ανάθεση, υπό την προϋπόθεση ότι η επίδικη ενέργεια συνδέεται λειτουργικά με τα ανατεθειμένα καθήκοντα.

Η ιδιότητα αυτή πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο της πράξης ή της παράλειψης. Παράλληλα, δεν αρκεί η γενική υπηρεσιακή ιδιότητα. Πρέπει να προσδιορίζεται το συγκεκριμένο υπηρεσιακό καθήκον που είχε ανατεθεί στον δράστη και το οποίο φέρεται ότι παραβιάστηκε.

Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος

Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης απαιτούνται, κατά τη σταθερή νομολογιακή προσέγγιση, η υπαλληλική ιδιότητα του δράστη, η παράβαση συγκεκριμένου υπηρεσιακού καθήκοντος και η αντικειμενική προσφορότητα της πράξης ή παράλειψης να οδηγήσει στο παράνομο όφελος ή στη βλάβη που επιδιώκεται.

Η παράβαση συγκεκριμένου υπηρεσιακού καθήκοντος

Δεν αρκεί οποιαδήποτε παραβίαση υπηρεσιακής υποχρέωσης. Το καθήκον πρέπει να είναι καθήκον της υπηρεσίας και να συνδέεται με την άσκηση συγκεκριμένης υπηρεσιακής δραστηριότητας.

Πηγή του καθήκοντος μπορεί να είναι:

  • η διάταξη νόμου,
  • κανονιστική διοικητική πράξη,
  • διοικητική πράξη ατομικού χαρακτήρα,
  • ιδιαίτερες οδηγίες της προϊστάμενης αρχής, εφόσον κινούνται εντός των ορίων της νομιμότητας,
  • ή η ίδια η φύση της υπηρεσίας.

Η νομολογία δεν θεωρεί επαρκή την επίκληση γενικών αρχών περί ευσυνειδησίας, υπηρεσιακής ευπρέπειας ή εύρυθμης λειτουργίας της υπηρεσίας. Απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη υποχρέωση που βάρυνε τον υπάλληλο και ο τρόπος με τον οποίο αυτή παραβιάστηκε.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη για τη συμμόρφωση προς την αρχή της νομιμότητας των εγκλημάτων και των ποινών, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος. Μια υπερβολικά ευρεία ερμηνεία της έννοιας του υπηρεσιακού καθήκοντος θα μπορούσε να καταστήσει αξιόποινη κάθε υπηρεσιακή αμέλεια ή κάθε απόκλιση από την επιθυμητή διοικητική πρακτική.

Η ΑΠ 605/2016 υπογράμμισε ότι δεν νοείται ως υπηρεσιακό καθήκον κάθε υποχρέωση που αφορά γενικά τη συμπεριφορά του υπαλλήλου, αλλά μόνον εκείνο που συνδέεται με συγκεκριμένη υπηρεσιακή δραστηριότητα, εντός της καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητάς του.

Ενέργεια ή παράλειψη

Η παράβαση καθήκοντος μπορεί να τελεστεί τόσο με θετική ενέργεια όσο και με παράλειψη. Θετική ενέργεια υπάρχει όταν ο υπάλληλος προβαίνει σε πράξη που απαγορεύεται ή υπερβαίνει τα όρια της αρμοδιότητάς του. Παράλειψη υπάρχει όταν δεν προβαίνει σε ενέργεια που όφειλε να επιχειρήσει στο πλαίσιο των καθηκόντων του.

Η παράλειψη πρέπει να αφορά συγκεκριμένη υπηρεσιακή ενέργεια και όχι απλώς γενική αδράνεια ή πλημμελή απόδοση. Επομένως, η απλή καθυστέρηση, η αμέλεια ή η πλημμελής εκτέλεση υπηρεσιακού έργου δεν αρκούν αυτομάτως για τη στοιχειοθέτηση του άρθρου 259 ΠΚ. Απαιτείται επιπλέον ο απαιτούμενος δόλος και ο ειδικός σκοπός παράνομου οφέλους ή βλάβης.

Η διακριτική ευχέρεια της διοίκησης

Η ύπαρξη διακριτικής ευχέρειας δεν αποκλείει κατ’ αρχήν την τέλεση του εγκλήματος. Ωστόσο, η ποινική αξιολόγηση πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική.

Κατά την ΑΠ 1047/2023, παράβαση καθήκοντος μπορεί να υπάρξει και όταν ο υπάλληλος διαθέτει διακριτική ευχέρεια, εφόσον προβαίνει σε κακή χρήση αυτής και υπερβαίνει τα ακραία όριά της. Τα όρια αυτά προσδιορίζονται από τις αρχές της υπεροχής του δημόσιου συμφέροντος, της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης, της αμεροληψίας, της ισότητας και της εξυπηρέτησης του σκοπού του νόμου.

Η διοικητική κρίση, όμως, δεν μετατρέπεται σε ποινικά ελεγχόμενη απλώς και μόνο επειδή ήταν εσφαλμένη, αμφισβητήσιμη ή διαφορετική από εκείνη που θα υιοθετούσε ένα άλλο διοικητικό όργανο. Η ποινική ευθύνη προϋποθέτει υπέρβαση των ορίων της αρμοδιότητας ή χρήση της εξουσίας για σκοπό καταδήλως ξένο προς τον σκοπό του νόμου, σε συνδυασμό με τον απαιτούμενο ειδικό σκοπό.

Η υποκειμενική υπόσταση

Το άρθρο 259 ΠΚ απαιτεί πρόθεση. Η πρόθεση καταλαμβάνει την παράβαση των υπηρεσιακών καθηκόντων και τα λοιπά αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος.

Ο δράστης πρέπει να γνωρίζει:

  • την υπαλληλική του ιδιότητα,
  • το συγκεκριμένο υπηρεσιακό καθήκον που τον δεσμεύει,
  • την αντίθεση της συμπεριφοράς του προς το καθήκον αυτό,
  • καθώς και την αντικειμενική προσφορότητα της πράξης του να οδηγήσει στο επιδιωκόμενο όφελος ή στη βλάβη.

Η νομολογία έχει δεχθεί ότι ως προς την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος μπορεί να αρκεί άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος. Ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, όμως, απαιτείται ειδικός δόλος σκοπού. Η ΑΠ 1047/2023 αναφέρεται ρητώς στη διάκριση αυτή, επισημαίνοντας ότι ο σκοπός παράνομου οφέλους ή βλάβης αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης.

Ο σκοπός παράνομου οφέλους ή βλάβης

Ο δράστης πρέπει να ενεργεί με σκοπό:

  • να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο όφελος,
  • να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος,
  • να βλάψει το κράτος,
  • ή να βλάψει οποιονδήποτε άλλον.

Το όφελος ή η βλάβη μπορεί να είναι υλική ή ηθική. Δεν απαιτείται να έχει πράγματι επέλθει το όφελος ή η βλάβη. Αρκεί ο δράστης να τα επιδιώκει και η υπηρεσιακή του παράβαση να είναι αντικειμενικά πρόσφορη για την επίτευξή τους.

Η προσφορότητα αποτελεί αντικειμενικό στοιχείο, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η πράξη πρέπει να μπορεί, με τον συγκεκριμένο τρόπο που τελέστηκε, να οδηγήσει στο όφελος ή στη βλάβη. Δεν αρκεί, συνεπώς, η υποκειμενική επιθυμία του δράστη, όταν η πράξη του είναι αντικειμενικά ακατάλληλη να παραγάγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Η ΑΠ 865/2025 επανέλαβε ότι μεταξύ της παράβασης καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση. Η υπηρεσιακή παράβαση δεν απαιτείται να είναι ο μοναδικός τρόπος επίτευξης του σκοπού, πρέπει όμως να αποτελεί πρόσφορο τρόπο για την πραγμάτωσή του.

Αντίθετα, το έγκλημα δεν στοιχειοθετείται όταν:

  • η παράβαση έγινε για διαφορετικό σκοπό,
  • δεν υπήρχε κανένας συγκεκριμένος σκοπός οφέλους ή βλάβης,
  • ή το όφελος ή η βλάβη προέκυψαν συμπτωματικά και όχι ως αντικείμενο επιδίωξης του δράστη.

Η μη αναγκαία επέλευση του οφέλους ή της βλάβης

Η παράβαση καθήκοντος είναι έγκλημα που ολοκληρώνεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος, εφόσον συντρέχει ο απαιτούμενος ειδικός σκοπός και η αντικειμενική προσφορότητα της συμπεριφοράς.

Δεν απαιτείται να αποκτήσει πράγματι ο δράστης ή τρίτος το παράνομο όφελος, ούτε να επέλθει πραγματική βλάβη στο κράτος ή σε άλλο πρόσωπο. Η επέλευση του αποτελέσματος μπορεί να συνεκτιμηθεί ως ένδειξη του σκοπού, δεν αποτελεί όμως αναγκαίο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης.

Το σημείο αυτό έχει επανειλημμένα επιβεβαιωθεί από τον Άρειο Πάγο, μεταξύ άλλων στις αποφάσεις ΑΠ 122/2022, ΑΠ 375/2021, ΑΠ 1557/2017 και ΑΠ 1575/2013.

Η απόπειρα και η συμμετοχή

Η απόπειρα προϋποθέτει έναρξη εκτέλεσης της αξιόποινης πράξης, χωρίς ολοκλήρωση όλων των στοιχείων της. Στην παράβαση καθήκοντος, η διάκριση μεταξύ απόπειρας και τετελεσμένου εγκλήματος πρέπει να γίνει με βάση τη φύση του συγκεκριμένου υπηρεσιακού καθήκοντος και τη χρονική στιγμή κατά την οποία ολοκληρώνεται η απαγορευμένη ενέργεια ή παράλειψη.

Ειδικότερα, όταν η υπηρεσιακή παράβαση συντελείται με την έκδοση, υπογραφή ή υιοθέτηση συγκεκριμένης υπηρεσιακής πράξης, η ολοκλήρωση του εγκλήματος συνδέεται κατ’ αρχήν με την ολοκλήρωση της πράξης αυτής. Όταν πρόκειται για παράλειψη, κρίσιμο είναι αν παρήλθε το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο υπάλληλος όφειλε να ενεργήσει.

Η συμμετοχή τρίτου προσώπου είναι δυνατή, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ιδιαίτερο έγκλημα. Ο μη υπάλληλος δεν μπορεί να είναι αυτουργός της παράβασης καθήκοντος, μπορεί όμως να ευθύνεται ως ηθικός αυτουργός ή συνεργός, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των γενικών διατάξεων περί συμμετοχής και γνωρίζει τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το έγκλημα.

Στην ΑΠ 375/2021 κρίθηκε ζήτημα που αφορούσε την ποινική αξιολόγηση της συμβολής τρίτου προσώπου στη δημιουργία απόφασης υπαλλήλου να παραβεί τα καθήκοντα της υπηρεσίας του. Η απόφαση δέχθηκε ότι η συμπεριφορά του τρίτου μπορούσε να συνδεθεί αιτιωδώς με την πράξη του φυσικού αυτουργού και να θεμελιώσει ηθική αυτουργία.

Διάκριση από συναφή εγκλήματα

Παράβαση καθήκοντος και δωροληψία ή δωροδοκία υπαλλήλου

Η δωροληψία και η δωροδοκία υπαλλήλου προϋποθέτουν σύνδεση της υπηρεσιακής ενέργειας ή παράλειψης με αθέμιτο ωφέλημα. Η δωροληψία υπαλλήλου αφορά την απαίτηση, αποδοχή ή λήψη ωφελήματος από τον υπάλληλο, ενώ η δωροδοκία υπαλλήλου αφορά την προσφορά, υπόσχεση ή παροχή του ωφελήματος.

Το άρθρο 236 ΠΚ, όπως ισχύει, προβλέπει διαφορετικά πλαίσια ποινής ανάλογα με το αν η υπηρεσιακή ενέργεια ή παράλειψη είναι αντίθετη ή όχι προς τα καθήκοντα του υπαλλήλου. Όταν υπάρχει αντάλλαγμα, η συμπεριφορά συνήθως αξιολογείται πρωτίστως υπό το πρίσμα των ειδικών διατάξεων περί δωροληψίας ή δωροδοκίας και όχι αυτοτελώς κατά το άρθρο 259 ΠΚ, λόγω της επικουρικής ρήτρας της τελευταίας διάταξης.

Η απουσία ανταλλάγματος δεν αποκλείει, πάντως, την παράβαση καθήκοντος, εφόσον αποδεικνύεται άλλος σκοπός παράνομου οφέλους ή βλάβης.

Παράβαση καθήκοντος και απιστία

Η απιστία αφορά την πρόκληση περιουσιακής ζημίας σε περιουσία της οποίας ο δράστης έχει την επιμέλεια ή διαχείριση βάσει νόμου ή δικαιοπραξίας. Το άρθρο 390 ΠΚ απαιτεί παραβίαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης και πρόκληση εν γνώσει βέβαιης ζημίας.

Αντίθετα, για την παράβαση καθήκοντος δεν απαιτείται πραγματική περιουσιακή ζημία. Αρκεί ο σκοπός πρόκλησης βλάβης ή προσπορισμού παράνομου οφέλους και η αντικειμενική προσφορότητα της πράξης. Όταν, όμως, η συμπεριφορά προσβάλλει ειδικότερα την περιουσία που έχει ανατεθεί στη διαχείριση του δράστη και πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 390 ΠΚ, η απιστία μπορεί να απορροφήσει ή να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 259 ΠΚ, ανάλογα με τη συγκεκριμένη μορφή της πράξης.

Παράβαση καθήκοντος και κατάχρηση εξουσίας

Η κατάχρηση εξουσίας δεν ταυτίζεται με την παράβαση καθήκοντος. Η παράβαση καθήκοντος αφορά γενικά την εκτροπή του υπαλλήλου από συγκεκριμένη υπηρεσιακή υποχρέωση, ενώ η κατάχρηση εξουσίας συνδέεται με ειδικότερη μορφή παράνομης άσκησης δημόσιας εξουσίας και εφαρμόζεται όταν συντρέχουν τα στοιχεία της οικείας ειδικής διάταξης.

Η κακή χρήση διακριτικής ευχέρειας μπορεί να αποτελέσει τρόπο τέλεσης της παράβασης καθήκοντος, ιδίως όταν ο υπάλληλος χρησιμοποιεί την αρμοδιότητά του για σκοπό καταδήλως ξένο προς εκείνον που προβλέπει ο νόμος. Δεν αρκεί, όμως, η απλή διαφωνία ως προς τη σκοπιμότητα ή την ορθότητα της διοικητικής επιλογής.

Παράβαση καθήκοντος και ψευδής βεβαίωση

Η ψευδής βεβαίωση προστατεύει πρωτίστως την αποδεικτική και συναλλακτική πίστη των δημόσιων εγγράφων. Όταν ο υπάλληλος καταρτίζει ή εκδίδει έγγραφο με ψευδές περιεχόμενο, η συμπεριφορά μπορεί να υπάγεται στην ειδικότερη διάταξη περί ψευδούς βεβαίωσης, εφόσον συντρέχουν τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η ίδια πράξη μπορεί να συνδέεται πραγματικά με παράβαση καθήκοντος, όμως η εφαρμογή της τελευταίας αποκλείεται όταν η συμπεριφορά τιμωρείται ειδικότερα από άλλη ποινική διάταξη. Η ακριβής αξιολόγηση εξαρτάται από το περιεχόμενο του εγγράφου, την αρμοδιότητα του υπαλλήλου και τον σκοπό για τον οποίο αυτό καταρτίστηκε.

Η διάκριση από το πειθαρχικό παράπτωμα

Η πειθαρχική παράβαση καθήκοντος έχει ευρύτερο περιεχόμενο από την ποινική. Η πειθαρχική ευθύνη μπορεί να θεμελιωθεί ακόμη και σε αμέλεια, καθυστέρηση, πλημμελή εκτέλεση υπηρεσιακού έργου ή παραβίαση κανόνων υπηρεσιακής δεοντολογίας, χωρίς να απαιτείται ο ειδικός σκοπός παράνομου οφέλους ή βλάβης.

Αντίθετα, η ποινική παράβαση καθήκοντος απαιτεί συγκεκριμένο υπηρεσιακό καθήκον, πρόθεση παράβασης και ειδικό σκοπό. Επομένως, η διαπίστωση πειθαρχικού παραπτώματος δεν συνεπάγεται αυτομάτως τέλεση του εγκλήματος του άρθρου 259 ΠΚ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το άρθρο 107 του ν. 3528/2007, το οποίο περιλαμβάνει ευρύτερες κατηγορίες πειθαρχικών παραπτωμάτων, όπως η αδικαιολόγητη καθυστέρηση, η αμέλεια ή η ατελής εκπλήρωση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Οι κατηγορίες αυτές δεν ταυτίζονται με τα στοιχεία της ποινικής διάταξης.

Η ποινική διαδικασία και η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελείς, χωρίς η μία να αποτελεί κατ’ ανάγκην προϋπόθεση για την άλλη. Ωστόσο, τα πραγματικά δεδομένα που συγκεντρώνονται στη μία διαδικασία μπορεί να έχουν αποδεικτική σημασία στην άλλη, πάντοτε υπό την επιφύλαξη των κανόνων νομιμότητας της απόδειξης.

Αποδεικτικές και δικονομικές ιδιαιτερότητες

Η απόδειξη της παράβασης καθήκοντος παρουσιάζει αυξημένες δυσχέρειες, διότι συνήθως απαιτεί συνδυασμό κανονιστικών, υπηρεσιακών και πραγματικών δεδομένων. Δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι εκδόθηκε μία διοικητική πράξη ή ότι ο υπάλληλος παρέλειψε μία ενέργεια. Πρέπει να αποδειχθούν ιδίως:

  • η συγκεκριμένη αρμοδιότητα του υπαλλήλου,
  • η πηγή και το περιεχόμενο του υπηρεσιακού καθήκοντος,
  • η αντίθεση της ενέργειας ή παράλειψης προς το καθήκον,
  • η γνώση του υπαλλήλου,
  • ο επιδιωκόμενος σκοπός,
  • και η αντικειμενική προσφορότητα της συμπεριφοράς για την επίτευξη του οφέλους ή της βλάβης.

Η απόφαση που κρίνει την ενοχή πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια ποιο ήταν το καθήκον, από πού προέκυπτε και με ποια συγκεκριμένη συμπεριφορά παραβιάστηκε. Η ΑΠ 1047/2023 επισημαίνει ότι για την ορθή εφαρμογή του άρθρου 259 ΠΚ πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση ποιο είναι και από πού προκύπτει το καθήκον που ο υπάλληλος φέρεται ότι παραβίασε.

Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα στοιχεία αυτά μπορεί να οδηγήσει σε αναίρεση για τους λόγους που προβλέπονται στον ΚΠΔ. Η ΑΠ 865/2025 επανέλαβε τη σημασία της πλήρους αιτιολόγησης των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα υπηρεσιακά έγγραφα, οι οργανισμοί των υπηρεσιών, οι κανονιστικές πράξεις, οι εγκύκλιοι, οι εντολές, τα πρακτικά συλλογικών οργάνων και η αλληλογραφία του υπαλλήλου. Τα έγγραφα αυτά πρέπει να αξιολογούνται όχι αποσπασματικά, αλλά σε συνδυασμό με τη συνολική υπηρεσιακή διαδικασία και τις αρμοδιότητες κάθε εμπλεκόμενου οργάνου.

Παραγραφή και χρονική εφαρμογή

Η παράβαση καθήκοντος, με βάση το ισχύον άρθρο 259 ΠΚ και την απειλούμενη ποινή φυλάκισης έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, ανήκει κατ’ αρχήν στην κατηγορία των πλημμελημάτων. Η ποινική αξίωση υπόκειται, επομένως, στους γενικούς κανόνες παραγραφής των πλημμελημάτων, με αφετηρία τον χρόνο τέλεσης της πράξης και με συνεκτίμηση των λόγων αναστολής και διακοπής που προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.

Ο ακριβής υπολογισμός της παραγραφής απαιτεί έλεγχο:

  • της ημερομηνίας ή του χρονικού διαστήματος τέλεσης,
  • του αν πρόκειται για στιγμιαίο ή κατ’ εξακολούθηση έγκλημα,
  • των πράξεων που διέκοψαν ή ανέστειλαν την παραγραφή,
  • καθώς και του δικαίου που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Η κατ’ εξακολούθηση τέλεση δεν μετατρέπει αυτομάτως όλες τις επιμέρους συμπεριφορές σε μία ενιαία πράξη ως προς τον χρόνο παραγραφής. Απαιτείται αξιολόγηση των επιμέρους ενεργειών και του ενιαίου σχεδίου που τις συνδέει.

Η σημασία της αρχής της νομιμότητας

Η εφαρμογή του άρθρου 259 ΠΚ πρέπει να παραμένει εντός των ορίων της αρχής nullum crimen sine lege certa. Η αρχή αυτή επιβάλλει ο ποινικός κανόνας να προσδιορίζει με επαρκή σαφήνεια τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης.

Ο κίνδυνος υπέρμετρα διασταλτικής ερμηνείας είναι ιδιαίτερα έντονος στην παράβαση καθήκοντος, επειδή το περιεχόμενο του υπηρεσιακού καθήκοντος συχνά προκύπτει από διάσπαρτες διατάξεις, κανονισμούς, οργανισμούς και υπηρεσιακές οδηγίες. Η ποινική κρίση δεν μπορεί να στηρίζεται σε αόριστη επίκληση της «καλής λειτουργίας» της υπηρεσίας ή σε γενική αξιολογική κρίση περί μη ορθής διοικητικής συμπεριφοράς.

Απαιτείται συγκεκριμένη αναφορά:

  • στον κανόνα που επιβάλλει το καθήκον,
  • στην αρμοδιότητα του δράστη,
  • στην πράξη ή παράλειψη που συνιστά την παράβαση,
  • και στον ειδικό σκοπό που συνδέει την υπηρεσιακή παράβαση με το όφελος ή τη βλάβη.

Συμπέρασμα

Η παράβαση καθήκοντος του άρθρου 259 ΠΚ δεν αποτελεί γενική ποινική ρήτρα για κάθε παράτυπη, πλημμελή ή αμφισβητούμενη υπηρεσιακή συμπεριφορά. Η στοιχειοθέτησή της προϋποθέτει τη συνδρομή σωρευτικά συγκεκριμένων όρων: υπαλληλική ιδιότητα, παράβαση συγκεκριμένου υπηρεσιακού καθήκοντος, πρόθεση και ειδικό σκοπό προσπορισμού παράνομου οφέλους ή πρόκλησης βλάβης.

Η νομολογία του Αρείου Πάγου, όπως αποτυπώνεται ιδίως στις ΑΠ 865/2025, ΑΠ 1047/2023, ΑΠ 1610/2023, ΑΠ 122/2022, ΑΠ 375/2021, ΑΠ 232/2020 και ΑΠ 445/2023, επιμένει στην ανάγκη συγκεκριμένου προσδιορισμού του υπηρεσιακού καθήκοντος, της πηγής του και της αιτιώδους σχέσης μεταξύ της παράβασης και του επιδιωκόμενου οφέλους ή της βλάβης.

Η απλή παραβίαση υπηρεσιακού κανόνα, η εσφαλμένη διοικητική κρίση, η αμέλεια, η καθυστέρηση ή η πλημμελής εκτέλεση καθηκόντων μπορεί να έχει πειθαρχικές ή διοικητικές συνέπειες, δεν αρκεί όμως χωρίς άλλο για τη θεμελίωση ποινικής ευθύνης. Η ποινική αξιολόγηση απαιτεί ειδικότερη απόδειξη τόσο της αντικειμενικής υπηρεσιακής παράβασης όσο και του εσωτερικού σκοπού του δράστη.

Για τον λόγο αυτό, σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση πρέπει να εξετάζονται με ακρίβεια ο οργανισμός της υπηρεσίας, η αρμοδιότητα του εμπλεκόμενου οργάνου, οι εφαρμοστέες διατάξεις, οι υπηρεσιακές οδηγίες, η φύση της διοικητικής ενέργειας, η ύπαρξη ή μη διακριτικής ευχέρειας και τα στοιχεία που μπορούν να τεκμηριώσουν τον επιδιωκόμενο σκοπό. Μόνον μέσα από αυτή τη συγκεκριμένη και εξατομικευμένη ανάλυση μπορεί να διαπιστωθεί αν πρόκειται για ποινικά αξιόλογη παράβαση καθήκοντος ή για απλή υπηρεσιακή πλημμέλεια που παραμένει στο πεδίο του πειθαρχικού ή διοικητικού δικαίου.